Η Μαρία Μοντεσσόρι (Maria Tecla Artemisia Montessori, 31 Αυγούστου 1870 – 6 Μαΐου 1952) ήταν Ιταλίδα παιδαγωγός, φιλόσοφος και γιατρός, γνωστή για τα γραπτά της στην επιστημονική παιδαγωγική και για την φιλοσοφία της εκπαίδευσης που φέρει το όνομά της, το μοντεσσοριανό παιδαγωγικό σύστημα, ή «μοντεσσοριανή μέθοδος», το οποίο αποτέλεσε πρωτοπορία για την εποχή του και εξακολουθεί να εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα σε πολλά δημόσια και ιδιωτικά σχολεία σε όλο τον κόσμο.

Μέσα από την παιδιατρική οδηγήθηκε, ως ψυχολόγος και ταλαντούχος παιδαγωγός που ήταν, στην προσπάθεια για την ψυχολογική και νοητική ανάπτυξη του παιδιού, ασχολούμενη αρχικά με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Σε αυτόν τον αγώνα έδωσε ολόκληρη τη ζωή της. Διατελεί διευθύντρια της Ορθοφρενικής σχολής της Ρώμης και ιδρύει δύο «Παιδικά Σπίτια», το Μοντεσσοριανό περιβάλλον για παιδιά από δυόμισυ έως έξι χρόνων. Γυρίζει όλο τον κόσμο κηρύσσοντας ότι το καλύτερο όπλο που χρειάζονται τα παιδιά για να εξελιχθούν σε θετικά στελέχη της κοινωνίας είναι η αγάπη προς αυτά.

Έφτιαξε παιδαγωγικό υλικό, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του παιδιού για όλα τα μαθήματα, θετικά και θεωρητικά, που αφορούν στη μόρφωσή του. Δημιούργησε μόνη της εποπτικά μέσα διδασκαλίας και παιδαγωγικό υλικό για να γίνονται μέσω των αισθήσεων κατανοητά τα μαθήματα του σχολείου.

«Ο στόχος της εκπαίδευσης στη νεαρή ηλικία θα πρέπει να είναι να ενεργοποιήσει τη φυσική επιθυμία του παιδιού να μάθει.»

– Maria Montessori

Βασικές αρχές της Μοντεσσοριανής Μεθόδου

Ο σεβασμός στην προσωπικότητα του παιδιού είναι η πρώτη αρχή της μεθόδου, και έπειτα η ελευθερία που θα βγει από την πειθαρχία.

Το μυαλό των μικρών παιδιών είναι έτοιμο και πρόθυμο να μάθει. Τα παιδιά μαθαίνουν από το περιβάλλον τους και απορροφούν συνεχώς νέες πληροφορίες. Τα παιδιά μπορούν να μάθουν συγκεκριμένες πληροφορίες πιο εύκολα κατά τη διάρκεια Κρίσιμων Περιόδων Αυξημένης Μάθησης. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι να παρατηρεί τα παιδιά κατά τη διάρκεια αυτών των περιόδων και να παρέχει τις κατάλληλες ευκαιρίες και πόρους μάθησης.

Οι μαθητές μαθαίνουν καλύτερα στα πλαίσια ενός καλά προετοιμασμένου μαθησιακού περιβάλλοντος που επιτρέπει την ενεργό δράση και την ελεύθερη ανακάλυψη. Σε αυτό τα παιδιά θα είναι ανεξάρτητα και θα επιλέγουν τη δική τους πορεία μάθησης δοκιμάζοντας πράγματα μόνοι τους ενώ οι εκπαιδευτικοί το εφοδιάζουν με το κατάλληλο υλικό που το οργανώνουν ώστε να είναι εύκολα προσβάσιμο.

Τα παιδιά μπορούν να διδάξουν τον εαυτό τους μέσα από την ενεργό ανακάλυψη. Οι εκπαιδευτικοί ενθαρρύνουν τη μάθηση των παιδιών εισάγοντας νέα υλικά στο καλά προετοιμασμένο περιβάλλον.